αποδυναμώνω


αποδυναμώνω
αποδυναμώνω, αποδυνάμωσα βλ. πίν. 3

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποδυναμώνω — 1. εξασθενίζω κάποιον, τον καθιστώ αδύναμο …   Dictionary of Greek

  • αποδυναμώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος, εξασθενίζω: Οι άνθρωποι των παρασκηνίων ζητούσαν να αποδυναμώσουν την κυβέρνηση. Ουσ. αποδυνάμωση, η …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κλω — κλῶ, άω (Α) 1. θραύω, σπάζω («ἐκλάσθη δὲ δόναξ, ἐβάρυνε δὲ μηρόν», Ομ. Οδ.) 2. κλαδεύω αμπέλι 3. κόβω σε κομμάτια, τεμαχίζω («λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε καὶ κλάσας ἐπεδίδου», ΚΔ) 4. σχηματίζω τεθλασμένη γραμμή, διαθλώμαι (α. «ἡ κεκλασμένη γραμμή»… …   Dictionary of Greek

  • ξεκουρντίζω — ξεκούρντισα, ξεκουρντίστηκα, ξεκουρντισμένος 1. μτβ., αποδυναμώνω μηχανισμό, χαλαρώνω χορδή κτλ.: Το ξεκούρντισες το πιάνο. 2. το μέσ., ξεκουρντισμένος παύω να είμαι κουρντισμένος, μένω ακούρντιστος: Ξεκουρντίστηκε το ρολόι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)